γραφή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γραφή | γραφές |
| Γενική | γραφής | γραφών |
| Αιτιατική | γραφή | γραφές |
| Κλητική | γραφή | γραφές |
Ετυμολογία
- γραφή < αρχαία ελληνική γραφή < γράφω
Ουσιαστικό
γραφή θηλυκό
- η ανθρώπινη επινόηση για την παράσταση του λόγου και της σκέψης με σύμβολα (γράμματα, συλλαβογράμματα, ιδεογράμματα) που σχηματίζονται πάνω σε κατάλληλο υλικό (πέτρα, περγαμηνή, χαρτί κλπ)
- η ενέργεια με την οποία κάποιος γράφει κάτι ή η συγγραφική δραστηριότητα
- ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο κάποιος γράφει ή ο γραφικός χαρακτήρας ενός ατόμου
- δυσανάγνωστη γραφή
- ο συγκεκριμένος ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο κάποιος εκφράζεται γραπτώς, το ύφος
- η υπαρξιακή γραφή του τάδε ποιητή
- μία από τις περισσότερες διαδοχικές εκδοχές ενός κειμένου
- η πρώτη γραφή των Ελεύθερων Πολιορκημένων του Σολωμού
- (παρωχημένο ή λογοτεχνικό) επιστολή
- η Αγία Γραφή