γραφειοκρατία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γραφειοκρατία | - |
| γενική | γραφειοκρατίας | - |
| αιτιατική | γραφειοκρατία | - |
| κλητική | γραφειοκρατία | - |
[
]
Ετυμολογία
- γραφειοκρατία < μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική bureaucratie < γραφείον + κρατώ
- Η λέξη μαρτυρείται από το 1851
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
γραφειοκρατία θηλυκό μόνο στον ενικό
- το φαινόμενο στο οποίο μία οργάνωση λειτουργεί με ιεραρχική διοίκηση και κάθε θέση έχει αυστηρά προσδιορισμένες αρμοδιότητες
- διοίκηση μέσω γραφείων
- (μεταφορικά) η εμφάνιση περίπλοκων και μπερδεμένων διαδικασιών για την έκδοση ενός πιστοποιητικού, βεβαίωσης, άδειας ή άλλου δημόσιου ή οιωνεί δημόσιου χαρτιού
- (μεταφορικά) καθυστέρηση διεκπεραίωσης υποθέσεων
[
]
[
]
Μεταφράσεις
γραφειοκρατία