γραφειοκρατία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γραφειοκρατία -
γενική γραφειοκρατίας -
αιτιατική γραφειοκρατία -
κλητική γραφειοκρατία -

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

γραφειοκρατία < μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική bureaucratie < γραφείον + κρατώ
Η λέξη μαρτυρείται από το 1851

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ɣɾa.fi.ɔ.kɾa.ˈti.a/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

γραφειοκρατία θηλυκό μόνο στον ενικό

  1. το φαινόμενο στο οποίο μία οργάνωση λειτουργεί με ιεραρχική διοίκηση και κάθε θέση έχει αυστηρά προσδιορισμένες αρμοδιότητες
  2. διοίκηση μέσω γραφείων
  3. (μεταφορικά) η εμφάνιση περίπλοκων και μπερδεμένων διαδικασιών για την έκδοση ενός πιστοποιητικού, βεβαίωσης, άδειας ή άλλου δημόσιου ή οιωνεί δημόσιου χαρτιού
  4. (μεταφορικά) καθυστέρηση διεκπεραίωσης υποθέσεων

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες