γρύλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γρύλος γρύλοι
γενική γρύλου γρύλων
αιτιατική γρύλο γρύλους
κλητική γρύλε γρύλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γρύλος < μεσαιωνική ελληνική < ελληνιστική κοινή γρύλλος.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γρύλος αρσενικό

Gryllus assimilis (1).jpg
  1. (εντομολογία) Είδος ορθόπτερου εντόμου, που παράγει χαρακτηριστικό ήχο. Το καλοκαίρι είχε πολλούς γρύλους στο χωριό και χαιρόμασταν να τους ακούμε.
  2. Ανυψωτικό μηχάνημα. Έφεραν έναν γρύλο για να αλλάξουν λάστιχο στο αυτοκίνητο.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]