γυαλί
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γυαλί | γυαλιά |
| γενική | γυαλιού | γυαλιών |
| αιτιατική | γυαλί | γυαλιά |
| κλητική | γυαλί | γυαλιά |
[
]
Ετυμολογία
- γυαλί < μεσαιωνική ελληνική γυαλίν < ὑαλίν < ὑάλιον < αρχαία ελληνική ὕαλος
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
γυαλί ουδέτερο
- στερεό, διάφανο ή ημιδιάφανο υλικό που παρασκευάζεται από λιωμένη άμμο και ένα μείγμα κυρίως από πυρίτιο, οξείδιο του ασβεστίου και νάτριο και χρησιμοποιείται για να κατασκευαστούν τζάμια, δοχεία, φιάλες,λαμπτήρες κ.λπ.
- (συνεκδοχικά) το ποτήρι
- ρίξε στο γυαλί φαρμάκι (λαϊκό τραγούδι)
- (συνεκδοχικά) η τηλεόραση
- βγαίνω στο γυαλί
- (πληθυντικός) τα κομμάτια από γυαλί
- μαζεύω τα γυαλιά από το πάτωμα
- (πληθυντικός) φακοί που διορθώνουν παθήσεις του ματιού ή προστατεύουν από τον ήλιο, τη θερμότητα ή τα θραύσματα
- γυαλιά οράσεως και ηλίου
[
] Εκφράσεις
- βάζω τα γυαλιά (σε κάποιον) : υποδεικνύω σε κάποιον τον σωστό τρόπο να γίνει κάτι και έτσι δείχνω την αξία μου, φαίνομαι καλύτερός του
- (τα κάνω) γυαλιά-καρφιά : σπάζω και καταστρέφω πολλά αντικείμενα κατά τη διάρκεια βίαιης σύγκρουσης
- όταν καυγαδίζουν, τα κάνουν γυαλιά-καρφιά
- θάλασσα γυαλί: πολύ ήρεμη θάλασσα, ακίνητη, χωρίς τον παραμικρό κυματισμό
- το έκανα γυαλί: το καθάρισα τόσο καλά ώστε να γυαλίζει, να είναι σαν καθρέφτης
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Συνώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
γυαλί