γυαλί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γυαλί γυαλιά
γενική γυαλιού γυαλιών
αιτιατική γυαλί γυαλιά
κλητική γυαλί γυαλιά

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

γυαλί < μεσαιωνική ελληνική γυαλίν < ὑαλίν < ὑάλιον < αρχαία ελληνική ὕαλος

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ʝa.ˈli/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

γυαλί ουδέτερο

  1. στερεό, διάφανο ή ημιδιάφανο υλικό που παρασκευάζεται από λιωμένη άμμο και ένα μείγμα κυρίως από πυρίτιο, οξείδιο του ασβεστίου και νάτριο και χρησιμοποιείται για να κατασκευαστούν τζάμια, δοχεία, φιάλες,λαμπτήρες κ.λπ.
  2. (συνεκδοχικά) το ποτήρι
    ρίξε στο γυαλί φαρμάκι (λαϊκό τραγούδι)
  3. (συνεκδοχικά) η τηλεόραση
    βγαίνω στο γυαλί
  4. (πληθυντικός) τα κομμάτια από γυαλί
    μαζεύω τα γυαλιά από το πάτωμα
  5. (πληθυντικός) φακοί που διορθώνουν παθήσεις του ματιού ή προστατεύουν από τον ήλιο, τη θερμότητα ή τα θραύσματα
    γυαλιά οράσεως και ηλίου

[] Εκφράσεις

  • βάζω τα γυαλιά (σε κάποιον) : υποδεικνύω σε κάποιον τον σωστό τρόπο να γίνει κάτι και έτσι δείχνω την αξία μου, φαίνομαι καλύτερός του
  • (τα κάνω) γυαλιά-καρφιά : σπάζω και καταστρέφω πολλά αντικείμενα κατά τη διάρκεια βίαιης σύγκρουσης
όταν καυγαδίζουν, τα κάνουν γυαλιά-καρφιά
  • θάλασσα γυαλί: πολύ ήρεμη θάλασσα, ακίνητη, χωρίς τον παραμικρό κυματισμό
  • το έκανα γυαλί: το καθάρισα τόσο καλά ώστε να γυαλίζει, να είναι σαν καθρέφτης

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες