γυμνισμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γυμνισμός | γυμνισμοί |
| γενική | γυμνισμού | γυμνισμών |
| αιτιατική | γυμνισμό | γυμνισμούς |
| κλητική | γυμνισμέ | γυμνισμοί |
Ετυμολογία [
]
- γυμνισμός < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
γυμνισμός αρσενικό