γυμνό
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γυμνό | γυμνά |
| Γενική | γυμνού | γυμνών |
| Αιτιατική | γυμνό | γυμνά |
| Κλητική | γυμνό | γυμνά |
Προφορά
Ετυμολογία
- ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου γυμνός
Ουσιαστικό
γυμνό ουδέτερο
- το γυμνό ανθρώπινο σώμα ως μορφή τέχνης ή ως θέμα όταν απεικονίζεται κυρίως στην ζωγραφική, στην γλυπτική, στην φωτογραφία κ.λπ.
- (πληθυντικός) οι γυμνές φωτογραφίες ή σκηνές ενός θετρικού έργου, μιας ταινίας
Κλιτή μορφή επιθέτου
γυμνό
- γυμνός, στην αιτιατική του ενικού
- ουδέτερο του γυμνός, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού