γυμνός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | ||
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γυμνός | γυμνή | γυμνό |
| Γενική | γυμνού | γυμνής | γυμνού |
| Αιτιατική | γυμνό | γυμνή | γυμνό |
| Κλητική | γυμνέ | γυμνή | γυμνό |
| Πτώση | Πληθυντικός | ||
| Ονομαστική | γυμνοί | γυμνές | γυμνά |
| Γενική | γυμνών | γυμνών | γυμνών |
| Αιτιατική | γυμνούς | γυμνές | γυμνά |
| Κλητική | γυμνοί | γυμνές | γυμνά |
Ετυμολογία
- γυμνός < αρχαία ελληνική γυμνός
Προφορά
Επίθετο
γυμνός, -ή, -ό
- που το σώμα ή μέρος του δεν το καλύπτουν ρούχα
- που δε φορά αρκετά ρούχα ή έχει ντυθεί προκλητικά
- ό,τι περιλαμβάνει ή προβάλλει ένα σώμα χωρίς ρούχα
- γυμνή φωτογραφία
- που παρουσιάζεται όπως πραγματικά είναι, χωρίς στολίδια
- η γυμνή αλήθεια
- (μεταφορικά) που δε διαθέτει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά που συμβολίζουν την κοινωνική του θέση
- αισθανόταν γυμνός χωρίς χρήματα
- (μεταφορικά) ακάλυπτος
- γυμνός τοίχος
- (μεταφορικά) ανεπαρκής
- η πρότασή του είναι γυμνή από ρεαλισμό