γυναικείος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική γυναικείος γυναικεία γυναικείο
γενική γυναικείου γυναικείας γυναικείου
αιτιατική γυναικείο γυναικεία γυναικείο
κλητική γυναικείε γυναικεία γυναικείο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γυναικείοι γυναικείες γυναικεία
γενική γυναικείων γυναικείων γυναικείων
αιτιατική γυναικείους γυναικείες γυναικεία
κλητική γυναικείοι γυναικείες γυναικεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γυναικείος < αρχαία ελληνική γυναικεῖος < γυνή

Open book 01.svg Επίθετο[]

γυναικείος αρσενικό, γυναικεία θηλυκό, γυναικείο ουδέτερο

  1. που ανήκει ή αναφέρεται στη γυναίκα, σε ενήλικα που ανήκει στο γυναικείο φύλο
    γυναικεία συμπεριφορά, γυναικείο ντύσιμο, γυναικεία καμώματα, γυναικεία φυλακή, γυναικείος πληθυσμός
    γυναικεία: τα είδη, σε εμπορικά καταστήματα (γυναικεία, παιδικά, ανδρικά)
  2. που μοιάζει με γυναίκα ή μοιάζει να ανήκει σε γυναίκα, όμως αυτό δεν ισχύει
    μιλάει γυναικεία (έχει λεπτή φωνή ή μιλάει με νάζι)
    άσε τα γυναικεία καμώματα, ακόμα είσαι 13 χρονών

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]