γόνος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γόνος | γόνοι |
| γενική | γόνου | γόνων |
| αιτιατική | γόνο | γόνους |
| κλητική | γόνε | γόνοι |
Ετυμολογία [
]
- γόνος < αρχαία ελληνική γόνος , θέμα γον-, ετεροιωμένη βαθμίδα του θέματος γεν- του ρήματος γίγνομαι (αόριστος εγενόμην, παρακείμενος γέγονα)
Ουσιαστικό [
]
γόνος αρσενικό
- τέκνο, απόγονος
- γόνος γνωστής οικογένειας εθεάθη με πρωταγωνίστρια του θεάτρου
- σπέρμα, σπόρος
- η γύρη των λουλουδιών
- αβγά ή νεογνά ψαριών
- η αλιεία γόνου απαγορεύεται
Μεταφράσεις [
]
γόνος