γόπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

το ψάρι γόπα
γόπες από τσιγάρα
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γόπα γόπες
γενική γόπας
αιτιατική γόπα γόπες
κλητική γόπα γόπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γόπα < γῶπα (μονοτονικό γώπα)< *βῶπα (αμαρτύρητο) < μεταγενέστερη ελληνική βώξ < αρχαία ελληνική βόαξ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γόπα θηλυκό

  1. αυτό που μένει από το τσιγάρο αφού κάποιος το έχει καπνίσει
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αποτσίγαρο
  2. (ιχθυολογία) είδος μικρού ψαριού (επιστημονικό όνομα Boops boops) της οικογένειας Sparidae, γκριζογάλαζο και ασημί, που συναντάται συχνά στις ελληνικές θάλασσες

Blue Glass Arrow.svg Γράφεται επίσης []

Εκφράσεις[]

  • βασιλική / αυτοκρατορική γόπα: μεγάλο αποτσίγαρο, αποτσίγαρο στο οποίο δεν έχει καπνιστεί μεγάλο μέρος του

32πχ Μεταφράσεις[]