γύπας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γύπας | γύπες |
| γενική | γύπα | γυπών |
| αιτιατική | γύπα | γύπες |
| κλητική | γύπα | γύπες |
[
]
Ετυμολογία
- γύπας < αρχαία ελληνική γύψ
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
γύπας αρσενικό
- (ορνιθολογία) μεγαλόσωμο πτηνό με μακρουλό κεφάλι, μακρύ και κυρτό λαιμό που δεν έχει φτερά, κοφτερό ράμφος, γαμψά νύχια και μεγάλες φτερούγες. Τρέφεται με πτώματα και τροφές σε αποσύνθεση
[
]
Συνώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
γύπας