γύφτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γύφτος γύφτοι
γενική γύφτου γύφτων
αιτιατική γύφτο γύφτους
κλητική γύφτε γύφτοι
2η κλητική ενικού: γύφτο

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γύφτος < μεσαιωνική ελληνική Γύφτος < αρχαία ελληνική Aἰγύπτιος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γύφτος αρσενικό, γύφτισσα θηλυκό

  1. (μειωτικά) ο τσιγγάνος
  2. (μεταφορικά) άτομο που ζει σε χωρο ακατάστατο και βρώμικο
  3. ο σιδεράς (στη ναξιακή και ευρύτερη κυκλαδική διάλεκτο)(*)

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

  • προπολεμικά σχεδόν κάθε χωριό στη Νάξο είχε και κάποιον "γύφτο" (= σιδερά) που έφτιαχνε και εμπορευόταν αγροτικά μεταλλικά εργαλεία παράλληλα με τις γεωργικές ή κτηνοτροφικές του απασχολήσεις. Μάλιστα από της βασιλείας του Όθωνα μέχρι το 1900 στην ορεινή Νάξο καλούταν και "βιομήχανος". Με τη σημασία που αποδίδεται στην υπόλοιπη Ελλάδα στη Νάξο καλούταν "τουρκόιφτος" ή "τουρκοΐφτισσα"

32πχ Μεταφράσεις[]