δάσκαλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δάσκαλος δάσκαλοι
γενική δασκάλου δασκάλων
αιτιατική δάσκαλο δασκάλους
κλητική δάσκαλε δάσκαλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δάσκαλος < διδάσκαλος < διδάσκω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈða.ska.lɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δάσκαλος αρσενικό, δασκάλα και δασκάλισσα θηλυκό

  1. αυτός που διδάσκει
  2. ο εκπαιδευτικός που διδάσκει στο δημοτικό σχολείο
  3. ο αναγνωρισμένος καλλιτέχνης, ο μεγάλος ζωγράφος
  4. ο δεξιοτέχνης ενός μουσικού οργάνου
  5. (μεταφορικά) αυτός που αρέσκεται να δίνει συμβουλές στους άλλους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]