δάφνη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | δάφνη | δάφνες |
| γενική | δάφνης | δαφνών |
| αιτιατική | δάφνη | δάφνες |
| κλητική | δάφνη | δάφνες |
Ετυμολογία [
]
- δάφνη < αρχαία ελληνική δάφνη
- Σύμφωνα με τη μυθολογία, η Δάφνη ήταν νύμφη των δασών. Ο Απόλλωνας γοητεύτηκε από την ομορφιά της και, για να σωθεί την καταδίωξή του, μεταμορφώθηκε σε δέντρο, όταν ο Απόλλωνας προσπάθησε να την αγκαλιάσει. Ο Απόλλωνας λυπημένος έκοψε ένα κλαδί από το δέντρο και στεφανώθηκε. Από τότε η δάφνη είναι το ιερό φυτό του θεού Απόλλωνα.
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
δάφνη θηλυκό
- αειθαλές φυτό με μεγάλο ύψος (6-18 μέτρα). Έχει σκληρά, μακρόστενα κι αρωματικά άνθη και σκουρόχρωμους καρπούς. Τα φύλλα του είναι κιτρινωπά ή πρασινωπά, έχουν ωοειδές σχήμα με σκληρή και δερματώδη υφή και είναι ιδιαίτερα αρωματικά. Τα κλαδιά της δάφνης είναι το σύμβολο της δόξας
- στεφάνι δάφνης
- το φύλλο του δέντρου, που χρησιμοποιείται στη μαγειρική, την αρωματοποιία και τη φαρμακευτική
- με δύο φύλλα δάφνης το στιφάδο έχει άλλη νοστιμιά
- ποιητικές δάφνες
Εκφράσεις [
]
- δρέπω δάφνες: θριαμβεύω, σημειώνω επιτυχία
- αναπαύομαι στις δάφνες μου: επαναπαύομαι στις προηγούμενες επιτυχίες μου και δεν προχωρώ σε νέες ενέργειες
[
]
Σύνθετα [
]
- δαφνέλαιο και δαφνόλαδο
- δαφνηφόρος και δαφνοφόρος
- δαφνόκουκκο
- δαφνοστέφανο
- δαφνοστεφανώνω
- δαφνοστεφάνωτος και δαφνοστεφής
- δαφνοστόλιστος
- δαφνοφόρος
- πικροδάφνη
Δείτε επίσης [
]
- δάφνη στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις [
]
δάφνη
αναπαύομαι στις δάφνες μου