δέκτης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | δέκτης | δέκτες |
| γενική | δέκτη | δεκτών |
| αιτιατική | δέκτη | δέκτες |
| κλητική | δέκτη | δέκτες |
Ετυμολογία [
]
- δέκτης < αρχαία ελληνική δέκτης < δέχομαι
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
δέκτης αρσενικό
- αυτός που δέχεται, λαμβάνει κάτι
- συσκευή που λαμβάνει ραδιοφωνικά ή τηλεοπτικά σήματα· το ραδιόφωνο ή η τηλεόραση
- ένα καινούριο πρόγραμμα στους δέκτες σας
- που προσλαμβάνει και κατανοεί ένα γλωσσικό ή άλλου είδους μήνυμα
- στην καθημερινή επικοινωνία ο ομιλητής εναλλάσσεται συνεχώς στους ρόλους του πομπού και του δέκτη
- αυτός που δέχεται όργανο για μεταμόσχευση
- συσκευή που λαμβάνει ραδιοφωνικά ή τηλεοπτικά σήματα· το ραδιόφωνο ή η τηλεόραση