δέος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δέος < αρχαία ελληνική δέος
πτώση ενικός
ονομαστική δέος
γενική δέους
αιτιατική δέος
κλητική δέος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δέος ουδέτερο μόνο στον ενικό

  • συναίσθημα φόβου και αναγνώρισης της δύναμης και του μεγαλείου μιας υπέρτερης δύναμης

Εκφράσεις[]

  • το αντίπαλο δέος: μια αντίπαλη δύναμη που είναι εξίσου ισχυρή ώστε να διατηρείται η ισορροπία δυνάμεων

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δέος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δέος αρσενικό

  1. δέος