δήλωση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- δήλωση < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
δήλωση θηλυκό
- ρητή έκφραση κάποιας πληροφορίας, είτε γραπτά είτε προφορικά, με ενημερωτικό χαρακτήρα
- η δήλωση του υπουργού προκάλεσε αναστάτωση ανάμεσα στους βουλευτές
- γραπτός ισχυρισμός ή καταγραφή πληροφοριών που γίνεται επίσημα για την μετέπειτα αναφορά από άλλους (συχνά από κρατικές αρχές)
- φορολογική δήλωση, δήλωση συμμετοχής
Δείτε επίσης [
]
Μεταφράσεις [
]
δήλωση