δίκτυο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δίκτυο δίκτυα
γενική δικτύου δικτύων
αιτιατική δίκτυο δίκτυα
κλητική δίκτυο δίκτυα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δίκτυο < αρχαία ελληνική δίκτυον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δίκτυο ουδέτερο

  1. πλέγμα νημάτινο ή συρμάτινο προοριζόμενο για θήρα ζώων, ή αλιεία (κοινώς δίχτυ)
  2. σύμπλεγμα με πολλαπλές διασταυρώσεις
    οδικό δίκτυο
  3. σύμπλεγμα με πολλαπλές διακλαδώσεις
    σιδηροδρομικό 'δίκτυο, δίκτυο ηλεκτροδότησης, ή ηλεκτρικών γραμμών, δίκτυο επικοινωνιών ή τηλεφωνικών γραμμών
  4. σύμπλεγμα σωληνώσεων ειδικού σκοπού εγκαταστάσεων
    πυροσβεστικό δίκτυο, δίκτυο φόρτωσης, δίκτυο εξαερισμού κ.λπ.
  5. οργάνωση προσώπων και μέσων επί ειδικού σκοπού
    δίκτυο αντιπροσώπων, δίκτυο ανταποκριτών, δίκτυο κατασκόπων κ.λπ.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]