δαμασκηνιά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | δαμασκηνιά | δαμασκηνιές |
| γενική | δαμασκηνιάς | δαμασκηνιών |
| αιτιατική | δαμασκηνιά | δαμασκηνιές |
| κλητική | δαμασκηνιά | δαμασκηνιές |
[
]
Ετυμολογία
- δαμασκηνιά < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
δαμασκηνιά θηλυκό
- (βοτανική) φυλλοβόλο δέντρο του γένους Prunus, με οδοντωτά φύλλα, μικρά λευκά άνθη και σκούρο μπλε ή μοβ ωοειδείς καρπούς (δαμάσκηνα)