δανείζομαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- δανείζομαι < παθητική φωνή του δανείζω
Ρήμα [
]
δανείζομαι, παρατ.: δανειζόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα δανειστώ, αόρ.: δανείστηκα , μτχ.π.π.: δανεισμένος
- παίρνω από κάποιον ένα αντικείμενο με τη συγκατάθεσή του και με την υποχρέωση να τα επιστρέψω αργότερα
- παίρνω από κάποιον χρήματα με τη συγκατάθεσή του και με την υποχρέωση να τα επιστρέψω με τόκο
- παίρνω από κάποιον κάτι και το χρησιμοποιώ
- οι ευρωπαϊκές γλώσσες δανείστηκαν πολλές λέξεις από την ελληνική