[
]
- δανείζω < αρχαία ελληνική
δανείζω, παρατ.: δάνειζα, στιγμ. μέλλ.: θα δανείσω, αόρ.: δάνεισα , παθ.φωνή: δανείζομαι , μτχ.π.π.: δανεισμένος
- παραχωρώ προσωρινά σε κάποιον κάτι που μου ανήκει και αυτός έχει την υποχρέωση να μου το επιστρέψει
- του δάνεισα το βιβλίο μου
- δίνω σε κάποιον χρήματα και αυτός έχει υποχρέωση να μου τα επιστρέψει με τόκο
- η τράπεζά μας σας δανείζει με τα χαμηλότερα επιτόκια της αγοράς
Συγγενικές λέξεις [
]
Κλίση
|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
δανείσει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
δανείζοντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
δανείζω |
δανείζεις |
δανείζει |
δανείζουμε |
δανείζετε |
δανείζουν |
| παρατατικός |
δάνειζα |
δάνειζες |
δάνειζε |
δανείζαμε |
δανείζατε |
δάνειζαν |
| αόριστος |
δάνεισα |
δάνεισες |
δάνεισε |
δανείσαμε |
δανείσατε |
δάνεισαν |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα δανείζω |
θα δανείζεις |
θα δανείζει |
θα δανείζουμε |
θα δανείζετε |
θα δανείζουν |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα δανείσω |
θα δανείσεις |
θα δανείσει |
θα δανείσουμε |
θα δανείσετε |
θα δανείσουν |
| παρακείμενος α' |
έχω δανείσει |
έχεις δανείσει |
έχει δανείσει |
έχουμε δανείσει |
έχετε δανείσει |
έχουν δανείσει |
| παρακείμενος β' |
έχω δανεισμένο |
έχεις δανεισμένο |
έχει δανεισμένο |
έχο(υ)με δανεισμένο |
έχετε δανεισμένο |
έχουν(ε) δανεισμένο |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα δανείσει |
είχες δανείσει |
είχε δανείσει |
είχαμε δανείσει |
είχατε δανείσει |
είχαν δανείσει |
| υπερσυντέλικος β' |
είχα δανεισμένο |
είχες δανεισμένο |
είχε δανεισμένο |
είχαμε δανεισμένο |
είχατε δανεισμένο |
είχαν(ε) δανεισμένο |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω δανείσει |
θα έχεις δανείσει |
θα έχει δανείσει |
θα έχουμε δανείσει |
θα έχετε δανείσει |
θα έχουν δανείσει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα έχω δανεισμένο |
θα έχεις δανεισμένο |
θα έχει δανεισμένο |
θα έχο(υ)με δανεισμένο |
θα έχετε δανεισμένο |
θα έχουν(ε) δανεισμένο |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να δανείζω |
να δανείζεις |
να δανείζει |
να δανείζουμε |
να δανείζετε |
να δανείζουν |
| αόριστος |
να δανείσω |
να δανείσεις |
να δανείσει |
να δανείσουμε |
να δανείσετε |
να δανείσουν |
| παρακείμενος α' |
να έχω δανείσει |
να έχεις δανείσει |
να έχει δανείσει |
να έχουμε δανείσει |
να έχετε δανείσει |
να έχουν δανείσει |
| παρακείμενος β' |
να έχω δανεισμένο |
να έχεις δανεισμένο |
να έχει δανεισμένο |
να έχο(υ)με δανεισμένο |
να έχετε δανεισμένο |
να έχουν(ε) δανεισμένο |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
δάνειζε |
|
|
δανείζετε |
|
| αόριστος |
|
δάνεισε |
|
|
δανείστε |
|
περιφραστικός
χρόνος |
παρακείμενος |
|
έχε δανεισμένο |
|
|
έχετε δανεισμένο |
|
|