δανείζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δανείζω < αρχαία ελληνική

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δανείζω, παρατ.: δάνειζα, στιγμ. μέλλ.: θα δανείσω, αόρ.: δάνεισα , παθ.φωνή: δανείζομαι , μτχ.π.π.: δανεισμένος

  1. παραχωρώ προσωρινά σε κάποιον κάτι που μου ανήκει και αυτός έχει την υποχρέωση να μου το επιστρέψει
    του δάνεισα το βιβλίο μου
  2. δίνω σε κάποιον χρήματα και αυτός έχει υποχρέωση να μου τα επιστρέψει με τόκο
    η τράπεζά μας σας δανείζει με τα χαμηλότερα επιτόκια της αγοράς

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]