δανειολήπτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δανειολήπτης δανειολήπτες
γενική δανειολήπτη δανειοληπτών
αιτιατική δανειολήπτη δανειολήπτες
κλητική δανειολήπτη δανειολήπτες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

δανειολήπτης < δάνειο + -λήπτης (< λαμβάνω)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

δανειολήπτης αρσενικό, δανειολήπτρια θηλυκό

  • αυτός που παίρνει δάνειο
    κάποιος πρέπει να φροντίσει και για την προστασία των δανειοληπτών
  • (ως επίθετο)
    η δανειολήπτρια εταιρεία θα ζητήσει επαναδιαπραγμάτευση του δανείου

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες