δανειολήπτρια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δανειολήπτρια δανειολήπτριες
γενική δανειολήπτριας δανειοληπτριών
αιτιατική δανειολήπτρια δανειολήπτριες
κλητική δανειολήπτρια δανειολήπτριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δανειολήπτρια < θηλυκό του δανειολήπτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δανειολήπτρια θηλυκό

  • αυτή που παίρνει δάνειο
  • (ως επίθετο)
    η δανειολήπτρια εταιρεία

32πχ Μεταφράσεις[]