δαπάνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δαπάνη δαπάνες
γενική δαπάνης δαπανών
αιτιατική δαπάνη δαπάνες
κλητική δαπάνη δαπάνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δαπάνη < αρχαία ελληνική δαπάνη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δαπάνη θηλυκό

  1. το να δίνει κάποιος ένα χρηματικό ποσό για ένα αγαθό ή υπηρεσία
  2. το χρηματικό ποσό που κάποιος δαπανά
  3. (μεταφορικά) το ξόδεμα (δυνάμεων, πόρων κλπ)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

  • δημοσία δαπάνη (<καθαρεύουσα δημοσίᾳ δαπάνῃ): με δαπάνες που καταβάλλει το δημόσιο, το κράτος
    Στο υπουργείο Πολιτισμού επιστρέφει η οικογένεια του Μιχάλη Κακογιάννη τα χρήματα της δημόσια δαπάνη κηδείας του, αποδεχόμενη ωστόσο την τιμή. (*)
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ιδία δαπάνη

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δαπάνη < δαπανάω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δαπάνη θηλυκό

  1. η ενέργεια του δαπανάω, η κατανάλωση χρήσιμων πραγμάτων