δαυλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δαυλός δαυλοί
γενική δαυλού δαυλών
αιτιατική δαυλό δαυλούς
κλητική δαυλέ δαυλοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δαυλός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δαυλός αρσενικό

  1. κομμάτι ξύλου στην άκρη του οποίου έβαζαν φωτιά και το κρατούσαν για να φωτίζει τη νύχτα, δάδα
  2. Κατάσταση μέθης. "έγινα δαυλός οψάργας στα κανίσκια"

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]


32πχ Μεταφράσεις[]