δαχτυλίδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δαχτυλίδι δαχτυλίδια
γενική δαχτυλιδιού δαχτυλιδιών
αιτιατική δαχτυλίδι δαχτυλίδια
κλητική δαχτυλίδι δαχτυλίδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δαχτυλίδι < μεσαιωνική ελληνική, δαχτυλίδιον < ελληνιστική κοινή, δακτυλίδιον, υποκοριστικό του ουσιαστικού δάκτυλος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ða.xti.ˈli.ði/
ασημένια δαχτυλίδια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δαχτυλίδι ουδέτερο

  1. κόσμημα που έχει σχήμα κρίκου, κατασκευάζεται από χρυσό, ασήμι ή άλλο μεταλλικό υλικό. Φοριέται σε δάχτυλο του χεριού και από άνδρες και από γυναίκες
  2. το δαχτυλίδι του αρραβώνα
  3. κάθε πράγμα που μοιάζει με δαχτυλίδι

Εκφράσεις[]

  • μέση δαχτυλίδι: πολύ λεπτή μέση

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]