δαχτυλίδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δαχτυλίδι δαχτυλίδια
γενική δαχτυλιδιού δαχτυλιδιών
αιτιατική δαχτυλίδι δαχτυλίδια
κλητική δαχτυλίδι δαχτυλίδια

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

δαχτυλίδι < μεσαιωνική ελληνική, δαχτυλίδιον < ελληνιστική κοινή, δακτυλίδιον < δακτύλιος

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ða.xti.ˈli.ði/
ασημένια δαχτυλίδια

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

δαχτυλίδι ουδέτερο

  1. κόσμημα που έχει σχήμα κρίκου, κατασκευάζεται από χρυσό, ασήμι ή άλλο μεταλλικό υλικό. Φοριέται σε δάχτυλο του χεριού και από άνδρες και από γυναίκες
  2. το δαχτυλίδι του αρραβώνα
  3. κάθε πράγμα που μοιάζει με δαχτυλίδι

[] Εκφράσεις

  • μέση δαχτυλίδι: πολύ λεπτή μέση

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες