δεδικασμένο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

Open book 01.svg Μετοχή[]

δεδικασμένο ουδέτερο (η μετοχή αυτή έχει ουσιαστικοποιηθεί)

  • η δέσμευση που απορρέει από μια τελεσίδικη δικαστική απόφαση

32πχ Μεταφράσεις[]