δεδικασμένο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

Open book 01.svg Μετοχή[]

δεδικασμένο ουδέτερο (η μετοχή αυτή έχει ουσιαστικοποιηθεί)

  1. η δέσμευση που απορρέει από μια τελεσίδικη δικαστική απόφαση
  2. δικαστική απόφαση που δεν μπορεί να ακυρωθεί από άλλη και αποτελεί νόμο για την έκδοση απόφασης σε παρόμοια υπόθεση
    το δεδικασμένο μεταξύ διαδίκων

32πχ Μεταφράσεις[]