δεδικασμένο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- Πιθανά μετάφραση του γαλλικού chose jugée.
- Ουδέτερο της μετοχής του παθητικού παρακείμενου του ρήματος δικάζω.
- Καθαρεύουσα : δεδικασμένον
[
]
Μετοχή
δεδικασμένο ουδέτερο
- η δέσμευση που απορρέει από μια τελεσίδικη δικαστική απόφαση