δειγματοληψία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | δειγματοληψία | δειγματοληψίες |
| γενική | δειγματοληψίας | δειγματοληψιών |
| αιτιατική | δειγματοληψία | δειγματοληψίες |
| κλητική | δειγματοληψία | δειγματοληψίες |
[
]
Ετυμολογία
- δειγματοληψία < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
δειγματοληψία θηλυκό
- η λήψη ενός δείγματος, του οποίου η εξέταση θα μας οδηγήσει σε συμπεράσματα για το σύνολο από το οποίο προερχόταν το δείγμα