δεκαέξι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- δεκαέξι < ελληνιστική κοινή δεκαέξ
Αριθμητικό
δεκαέξι και δεκάξι
- απόλυτο αριθμητικό (16)· έπεται του δεκαπέντε (15) και προηγείται του δεκαεπτά (17)· με τα σύμβολα του ελληνικού αλφαβήτου γράφεται ιστ΄ και στο λατινικό σύστημα αρίθμησης XVI
Ουσιαστικό
- ουδέτερο: σχολικός βαθμός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση
- ουδέτερο: οτιδήποτε (πχ δωμάτιο, λεωφορείο) έχει ως χαρακτηριστικό αριθμό το 16
- ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό: για να δηλωθεί ηλικία
- στα δεκαέξι του του έκαναν δώρο ένα μηχανάκι
- θηλυκό μόνο στον πληθυντικό: για να δηλωθεί ημερομηνία
- στις δεκαέξι του μηνός