δεν
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- δεν < αρχαία ελληνική οὐδέν, ουδέτερο της αντωνυμίας οὐδεὶς
[
]
Μόριο
δεν και δε
- αρνητικό μόριο που τίθεται πριν από ρηματικό τύπο οριστικής έγκλισης.
- Δεν θα έρθω αύριο στο γραφείο.
- σε ερωτήσεις, αντί προτροπής
- Δεν έρχεσαι μαζί μας; ( = έλα μαζί μας)
[
]
Σημειώσεις
Το τελικό ν της λέξης "δεν" όπως και των άρθρων τον, την κ.λπ. αποβάλλεται πριν από εξακολουθητικό σύμφωνο
- δε θέλω, δε σε βρίζω, αλλά δεν πιστεύω, δεν αγαπώ