δεξιός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | δεξιός | δεξιά | δεξιό |
| γενική | δεξιού | δεξιάς | δεξιού |
| αιτιατική | δεξιό | δεξιά | δεξιό |
| κλητική | δεξιέ | δεξιά | δεξιό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | δεξιοί | δεξιές | δεξιά |
| γενική | δεξιών | δεξιών | δεξιών |
| αιτιατική | δεξιούς | δεξιές | δεξιά |
| κλητική | δεξιοί | δεξιές | δεξιά |
[
]
Ετυμολογία
- δεξιός <
[
]
Επίθετο
δεξιός
- που βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά της καρδιάς αυτού που μιλάει
- (πολιτική) ο σχετικός με τα πολιτικά κόμματα που θεωρούνται συντηρητικά (η ορολογία ανάγεται στη Γαλλική Επανάσταση, όταν τα συντηρητικότερα μέλη της Νομοθετικής Εθνοσυνέλευσης κάθονταν στη δεξιά πλευρά της αίθουσας συνεδριάσεων, συνήθεια που εξακολουθεί στην Ελλάδα μέχρι και τις μέρες μας)
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
δεξιός < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Επίθετο
δεξιός
- δεξιός, που βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά της καρδιάς αυτού που μιλάει
- ευνοϊκός
- (μεταφορικά) επιδέξιος
- (αστρονομία) νότιος (δεξιά της ανατολής)