δεσμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | δεσμός | δεσμοί |
| γενική | δεσμού | δεσμών |
| αιτιατική | δεσμό | δεσμούς |
| κλητική | δεσμέ | δεσμοί |
[
]
Ετυμολογία
- δεσμός < αρχαία ελληνική δεσμός
[
]
Ουσιαστικό
δεσμός αρσενικό, πληθυντικός: δεσμοί και δεσμά
- οτιδήποτε συνδέει μεταξύ τους δύο άτομα ή σύνολα από συναισθηματική, κοινωνική, οικονομική κ.α. άποψη
- οι ακατάλυτοι δεσμοί φιλίας ανάμεσα στους δύο λαούς
- η ερωτική σχέση
- η Μαρία έχει δεσμό με τον Ηλία εδώ και τρία χρόνια
- το πρόσωπο με το οποίο κάποος διατηρεί ερωτική σχέση
- Η Μαρία μετά από τρία χρόνια αποφάσισε να μας συστήσει το δεσμό της
- (χημεία) η δύναμη που αλληλεπιδρά μεταξύ γειτονικών ατόμων και τα κάνει να σχηματίζουν μια χημική ένωση
- κόμπος
- στη φράση: ο Γόρδιος δεσμός
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
χημικός όρος
κόμπος
|
→ δείτε τη λέξη: κόμπος |
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
- δεσμός < {{[παράγ. λ. *δε- (< δέω «δένω» < *δεjω) + παρ.επίθ. -σ-μός]|grc}}
[
]
Ουσιαστικό
δεσμός αρσενικό
- το δέσιμο