δεσποινίς
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- δεσποινίς < υποκοριστικό από το δέσποινα
Προφορά
- ΔΦΑ : /ðɛs.pi.ˈnis/
Ουσιαστικό
δεσποινίς θηλυκό
- νεαρή κοπέλα
- πώς μεγάλωσε η Σοφία! Είναι πια μια μικρή δεσποινίς
- τίτλος που συνοδεύει το όνομα νεαρών ανύπαντρων γυναικών
- η δεσποινίς Μαρία
- προσφώνηση για νεαρή ανύπαντρη κοπέλα
- Δεσποινίς! Ελάτε παρακαλώ!