δηκτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

δηκτικός < αρχαία ελληνική , από το ρήμα δάκνω, δαγκώνω.

[] Open book 01.svg Επίθετο

δηκτικός αρσενικό, δηκτική θηλυκό, δηκτικό ουδέτερο

  1. που δαγκώνει
  2. που θίγει, που πειράζει, που προκαλεί λόγω της οξύτητάς του.
δηκτικός λόγος, δηκτικός υπαινιγμός.

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Ομώνυμα


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη