δηκτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δηκτικός < αρχαία ελληνική , από το ρήμα δάκνω, δαγκώνω.

Open book 01.svg Επίθετο[]

δηκτικός αρσενικό, δηκτική θηλυκό, δηκτικό ουδέτερο

  1. που δαγκώνει
  2. που θίγει, που πειράζει, που προκαλεί λόγω της οξύτητάς του.
δηκτικός λόγος, δηκτικός υπαινιγμός.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Ομώνυμα[]


32πχ Μεταφράσεις[]