δηκτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική δηκτικός δηκτική δηκτικό
γενική δηκτικού δηκτικής δηκτικού
αιτιατική δηκτικό δηκτική δηκτικό
κλητική δηκτικέ δηκτική δηκτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δηκτικοί δηκτικές δηκτικά
γενική δηκτικών δηκτικών δηκτικών
αιτιατική δηκτικούς δηκτικές δηκτικά
κλητική δηκτικοί δηκτικές δηκτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δηκτικός < αρχαία ελληνική δηκτικός < δάκνω (δαγκώνω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ði.kti.'kɔs/

Ομώνυμα[]

Open book 01.svg Επίθετο[]

δηκτικός αρσενικό, δηκτική θηλυκό, δηκτικό ουδέτερο

  1. (κυριολεκτικά) που δαγκώνει
  2. (μεταφορικά) που θίγει, που πειράζει, που προκαλεί λόγω της οξύτητάς του
    δηκτικός λόγος, δηκτικός υπαινιγμός.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]