δηλητηριάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

δηλητηριάζω < δηλητήριον < δήλησις (όλεθρος) < δηλεόμαι

[] Open book 01.svg Ρήμα

δηλητηριάζω

  1. προσθέτω δηλητήριο (τοξική ουσία) σε κάτι
    δηλητηρίασαν το κρασί του με σκοπό να τον εξοντώσουν
  2. δίνω ή εισάγω σε ζωντανό οργανισμό βλαπτικές, τοξικές ουσίες, σκόπιμα ή από αμέλεια, με αποτέλεσμα να βλάψω σοβαρά την υγεία του ή να τον σκοτώσω
    Οι υπολογιστές της Δύσης δηλητηριάζουν τα παιδιά της Αφρικής (TV Χωρίς Σύνορα, 7 Δεκεμβρίου 2009)
  3. (μεταφορικά) κάτι ή κάποιος με την παρουσία του ή τις πράξεις του, εισάγει σε μια κατάσταση στοιχείο που την αλλάζει προς το χειρότερο, ώστε οι επιθυμητές εξελίξεις πιθανόν να μην είναι πια εφικτές
    οι πελατειακές σχέσεις δηλητηριάζουν την πολιτική ζωή του τόπου
    ο ρατσισμός δηλητηριάζει τις ψυχές όλων μας


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη