δηλητηριώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δηλητηριώδης δηλητηριώδης δηλητηριώδες
γενική δηλητηριώδους δηλητηριώδους δηλητηριώδους
αιτιατική δηλητηριώδη δηλητηριώδη δηλητηριώδες
κλητική δηλητηριώδη(ς) δηλητηριώδης δηλητηριώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δηλητηριώδεις δηλητηριώδεις δηλητηριώδη
γενική δηλητηριωδών δηλητηριωδών δηλητηριωδών
αιτιατική δηλητηριώδεις δηλητηριώδεις δηλητηριώδη
κλητική δηλητηριώδεις δηλητηριώδεις δηλητηριώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δηλητηριώδης < αρχαία ελληνική δηλητηριώδης

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δηλητηριώδης, -ης, -ες

  1. που περιέχει ή ρίχνει δηλητήριο
    δηλητηριώδη μανιτάρια, δηλητηριώδη φίδια
  2. (μεταφορικά) που είναι γεμάτος κακία, μίσος
    δηλητηριώδη σχόλια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δηλητηριώδης < δηλητήρ < δηλέομαι (βλάπτω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δηλητηριώδης, -ης, -ες

  1. βλαπτικός, φαρμακερός