δηλώνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- δηλώνω < αρχαία ελληνική δηλόω
[
]
Ρήμα
δηλώνω
- γνωστοποιώ κάτι που με αφορά σε δημόσια αρχή
- δήλωσε το αυθαίρετο κτίσμα του στην Πολεοδομία, ώστε να μπορέσει αργότερα να το νομιμοποιήσει
- κάποιοι επαγγελματίες δηλώνουν αναληθώς στη φορολογική τους δήλωση πολύ μικρά εισοδήματα
- βεβαιώνω ενυπόγραφα (σε ειδικό έντυπο- δήλωση) ότι κάτι είναι αληθινό
- δηλώνω υπεύθυνα ότι δεν λαμβάνω σύνταξη από κανένα ασφαλιστικό ταμείο
- λέω ότι είμαι
- δηλώνει ελεύθερος επαγγελματίας, αλλά όλοι ξέρουν ότι κάνει ύποπτες δουλειές
- στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις
- εκφράζω λεκτικά με σαφή τρόπο μία άποψη, επιθυμία ή απόφασή μου
- χτες ο Γιάννης μας δήλωσε ότι θέλει να παραιτηθεί από τη δουλειά του
- διατυπώνω άποψη ή απόφασή μου για ένα τρέχον ζήτημα δημόσια, προφορικά ή γραπτά με ένα σύντομο κείμενο
- ο υπουργός δήλωσε ότι δεν θα γίνουν άλλες προσλήψεις φέτος στο υπουργείο του
- σημαίνω, φανερώνω
- το χαμόγελό του δηλώνει ικανοποίηση