δημοσιεύω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- δημοσιεύω < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ρήμα
δημοσιεύω
- ενεργώ έτσι ώστε ένα κείμενο, άρθρο, αγγελία ή άλλη καταχώριση να εκτυπωθεί και να περιληφθεί σε έντυπη έκδοση, ώστε να γίνει προσιτό στο κοινό
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
- δημοσιεύω < δημόσιος
[
]
Ρήμα
δημοσιεύω
- κάνω κάτι γνωστό δημόσια, σε όλους
- είμαι σε δημόσια θέση για την οποία πληρώνομαι