δημοψήφισμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | δημοψήφισμα | δημοψηφίσματα |
| γενική | δημοψηφίσματος | δημοψηφισμάτων |
| αιτιατική | δημοψήφισμα | δημοψηφίσματα |
| κλητική | δημοψήφισμα | δημοψηφίσματα |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ði.mɔ.ˈpsi.fi.zma/
[
]
Ουσιαστικό
δημοψήφισμα ουδέτερο
- ο θεσμός κατά τον οποίο το εκλογικό σώμα καλείται να εκφραστεί με ένα ναι ή ένα όχι σε μία ερώτηση
[
]
Συνώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
δημοψήφισμα