διάβαση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

μια διάβαση πεζών, με άσπρη διαγράμμιση πάνω στο οδόστρωμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάβαση < αρχαία ελληνική διάβασις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.ˈa.va.si/ και /ˈðia.va.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάβαση θηλυκό

  1. η ενέργεια του διαβαίνω, το πέρασμα
    η διάβαση του ποταμού ήταν δύσκολη σε αυτό το σημείο
  2. το μέρος που επιτρέπει σε κάποιον να περάσει από ένα σημείο σε ένα άλλο
    1. ανισόπεδη διάβαση: κατασκευή, υπέργεια (γέφυρα) ή υπόγεια, που επιτρέπει στους πεζούς να περάσουν από τη μία πλευρά ενός δρόμου στην άλλη χωρίς να διασχίσουν το οδόστρωμα
    2. διάβαση πεζών: σημείο του οδοστρώματος με ειδική σήμανση από όπου επιτρέπεται στους πεζούς να διασχίσουν ένα δρόμο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]