διάδοση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- διάδοση < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
διάδοση θηλυκό
- η ενέργεια με την οποία κάτι διαδίδεται
- η διάδοση ψευδών ειδήσεων είναι παράνομη πράξη
- (στον πληθυντικό) αστήρικτες φήμες
- αυτά είναι απλώς διαδόσεις, μη δίνεις σημασία
- η εξάπλωση
- η διάδοση του νέου ιού της γρίπης
Μεταφράσεις [
]
διάδοση