διάθεση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

διάθεση < αρχαία ελληνική διάθεσις < διατίθημι < διά + τίθημι (=θέτω)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

διάθεση θηλυκό

  1. η ψυχολογική κατάσταση ενός ατόμου
    ήρθε στη δουλειά με κέφι και καλή διάθεση
    • η ψυχολογική τάση να κάνεις κάτι
      Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: όρεξη
      είμαι πολύ κουρασμένος και δεν έχω διάθεση να διασκεδάσω
  2. το να διαθέτεις (δίνεις, χορηγείς ή πωλείς) σε κάποιον άλλον χρήματα, αγαθά, υπηρεσίες
  3. το να διαθέτεις τον εαυτό σου σε κάποιον, να είσαι έτοιμος να προσφέρω τις υπηρεσίες σου
    οι παίκτες της ομάδας επέστρεψαν από τις διακοπές τους και τέθηκαν στην διάθεση του προπονητή
    • στη διάθεση της υπηρεσίας: για δημόσιους υπαλλήλους που δεν έχουν τοποθετηθεί σε οργανική θέση

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες