διάθεση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- διάθεση < αρχαία ελληνική διάθεσις < διατίθημι < διά + τίθημι (=θέτω)
[
]
Ουσιαστικό
διάθεση θηλυκό
- η ψυχολογική κατάσταση ενός ατόμου
- ήρθε στη δουλειά με κέφι και καλή διάθεση
- το να διαθέτεις (δίνεις, χορηγείς ή πωλείς) σε κάποιον άλλον χρήματα, αγαθά, υπηρεσίες
- το να διαθέτεις τον εαυτό σου σε κάποιον, να είσαι έτοιμος να προσφέρω τις υπηρεσίες σου
- οι παίκτες της ομάδας επέστρεψαν από τις διακοπές τους και τέθηκαν στην διάθεση του προπονητή
- στη διάθεση της υπηρεσίας: για δημόσιους υπαλλήλους που δεν έχουν τοποθετηθεί σε οργανική θέση