διάσταση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διάσταση διαστάσεις
γενική διάστασης
& διαστάσεως
διαστάσεων
αιτιατική διάσταση διαστάσεις
κλητική διάσταση διαστάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διάσταση < αρχαία ελληνική διάστασις < διίσταμαι (διά και ἵσταμαι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

διάσταση θηλυκό

  1. (μαθηματικά) το σύνολο των στοιχείων που παράγονται από ένα διάνυσμα μιας ελάχιστης γραμμικής θήκης ενός αλγεβρικού σώματος
    Ο προσδιορισμός ενός στοιχείου κατά την οποία χρησιμοποιείται μια διάσταση, συνεπάγεται ότι δεν υπάρχει τρόπος να προσδιοριστεί αυτό το στοιχείο μόνο με τις υπόλοιπες διαστάσεις.
  2. καθένα από τα τρία θεμελιώδη μεγέθη: μήκος, πλάτος, ύψος
    η τέταρτη διάσταση είναι ακόμα μία αμφιλεγόμενη έννοια
  3. (κατ' επέκταση) το μέτρο κάθε μιας από τις τρεις διαστάσεις
    τι διαστάσεις έχει το κουτί που θα μου στείλεις;
  4. η όψη μιας υπόθεσης, ενός προβλήματος κλπ.
  5. η επέκταση ή η ευρύτητα ενός φαινομένου
    η χρήση των ναρκωτικών έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις
  6. ο χωρισμός ανδρόγυνου
    είναι σε διάσταση με τον άντρα της και ετοιμάζονται για διαζύγιο

Εκφράσεις[]

  • σε άλλη διάσταση: εντελώς διαφορετικά από το συνηθισμένο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]