διάφραγμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | διάφραγμα | διαφράγματα |
| γενική | διαφράγματος | διαφραγμάτων |
| αιτιατική | διάφραγμα | διαφράγματα |
| κλητική | διάφραγμα | διαφράγματα |
Ετυμολογία [
]
- διάφραγμα < αρχαία ελληνική
Ουσιαστικό [
]
διάφραγμα ουδέτερο
- (ανατομία) λεπτή μεμβράνη που χωρίζει το θώρακα από την κοιλιά ή διαχωρίζει άλλα όργανα
- λεπτή μεμβράνη σε μηχανισμούς που διαχωρίζει τμήματά τους
- (χημεία) περατή ή ημιπερατή μεμβράνη σε χημικά πειράματα
- αντισυλληπτική συσκευή που τοποθετείται από τη γυναίκα στον κόλπο της πριν την επαφή
- (φωτογραφία) το μέγεθος της οπής που ανοίγει μεταξύ φακού και φιλμ για να περάσει το φως
- με τόσο χαμηλό φωτισμό πρέπει να βάλεις το μεγαλύτερο διάφραγμα που επιτρέπει η φωτογραφική σου μηχανή