διένεξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διένεξη διενέξεις
γενική διένεξης
& διενέξεως
διενέξεων
αιτιατική διένεξη διενέξεις
κλητική διένεξη διενέξεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διένεξη < μεσαιωνική ελληνική διένεξις< διαφέρω (πρόθεση διά + αοριστικό θέμα ἐνεγκ- του φέρω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

διένεξη θηλυκό

  1. αντιπαράθεση, διαμάχη, φιλονικία


32πχ Μεταφράσεις[]