διαίρεση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- διαίρεση < αρχαία ελληνική διαίρεσις
[
]
Ουσιαστικό
διαίρεση θηλυκό
- ο χωρισμός σε κομμάτια, τμήματα
- η λύση θα δοθεί με τη διαίρεση του δωματίου σε τρεις ξεχωριστούς χώρους
- (μαθηματικά) μία από τις τέσσερις βασικές πράξεις στην αριθμητική
- ο διαιρέτης διαιρεί ακριβώς τον διαιρετέο όταν το πηλίκο της διαίρεσης είναι μηδέν
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Δείτε επίσης
- στοιχειώδεις πράξεις της αριθμητικής: πρόσθεση, αφαίρεση, πολλαπλασιασμός, διαίρεση