διαδικασία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | διαδικασία | διαδικασίες |
| γενική | διαδικασίας | διαδικασιών |
| αιτιατική | διαδικασία | διαδικασίες |
| κλητική | διαδικασία | διαδικασίες |
Ετυμολογία [
]
- διαδικασία < αρχαία ελληνική διαδικασία
Ουσιαστικό [
]
διαδικασία θηλυκό
- σύνολο ενεργειών με καθορισμένη τάξη που αφορούν σε κάποιο σκοπό
- η διεξαγωγή μιας συνεδρίασης συλλογικού οργάνου ή δικαστηρίου σύμφωνα με καθορισμένους τύπους και κανόνες καθώς και οι ίδιοι οι κανόνες αυτοί
- (πληροφορική) μια συνάρτηση ή υπορουτίνα (μια σειρά εντολών μέσα σε πρόγραμμα) που καλείται από άλλα σημεία του κώδικα, για να εκτελέσει μια ορισμένη εργασία
Δείτε επίσης [
]
- διαδικασία στη Βικιπαίδεια
