διακριτικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- διακριτικός < αρχαία ελληνική διακριτικός < διακρίνω
Ουσιαστικό
διακριτικός αρσενικό
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)
Συγγενικές λέξεις
- → βλέπε λέξη: διακρίνω