διακριτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός
ονομαστική διακριτικός διακριτική διακριτικό
γενική διακριτικού διακριτικής διακριτικού
αιτιατική διακριτικό διακριτική διακριτικό
κλητική διακριτικέ διακριτική διακριτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διακριτικοί διακριτικές διακριτικά
γενική διακριτικών διακριτικών διακριτικών
αιτιατική διακριτικούς διακριτικές διακριτικά
κλητική διακριτικοί διακριτικές διακριτικά

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

διακριτικός < αρχαία ελληνική διακριτικός < διακρίνω

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ði.a.kɾi.ti.ˈkɔs/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

διακριτικός αρσενικό

  1. που μπορεί να διακρίνει
  2. που φέρεται με διακριτικότητα, που δείχνει ιδιαίτερη προσοχή και λεπτότητα , ώστε να μην παραβιάσει την ιδιωτική ζωή των άλλων, να μην προσβάλλει τις ευαισθησίες τους και γενικότερα να μην τους ενοχλήσει
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αδιάκριτος

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

δείτε τη λέξη: διακρίνω

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες