διακόπτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διακόπτης διακόπτες
γενική διακόπτη διακοπτών
αιτιατική διακόπτη διακόπτες
κλητική διακόπτη διακόπτες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

διακόπτης < διακόπτω

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

διακόπτης αρσενικό

  1. εξάρτημα που διακόπτει ή αποκαθιστά τη συνέχεια ηλεκτρικού κυκλώματος και επομένως την κίνηση του ηλεκτρικού ρεύματος


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες