διακόπτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διακόπτω < αρχαία ελληνική διακόπτω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ðia.ˈkɔ.ptɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

διακόπτω (μεσοπαθητικό διακόπτομαι)

  1. τερματίζω μόνιμα ή προσωρινά πράξεις ή καταστάσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη
  2. (ειδικότερα) παρεμβαίνω σε μια συζήτηση και διαταράσσω την ομαλή διεξαγωγή της

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]